ἑτεράριθμος

ἑτερ-άριθμος [ᾰ], ον,
A of different number: τὸ ἑ. change of number, as a figure of speech, Phoeb.Fig.1.5.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ετεράριθμος — ἑτεράριθμος, ον (Α) 1. αυτός που είναι διαφορετικού αριθμού 2. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἑτεράριθμον η μεταβολή αριθμού, η αλλαγή από τον ενικό αριθμό στον πληθυντικό, ως σχήμα λόγου. [ΕΤΥΜΟΛ. < ετερο * + αριθμός] …   Dictionary of Greek

  • ἑτεράριθμον — ἑτεράριθμος of different number masc/fem acc sg ἑτεράριθμος of different number neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αριθμός — Η έννοια αυτή σχηματίζεται (με διάφορες γενικεύσεις) από την απλούστερη έννοια του φυσικού α. Ένας γενικός ορισμός της έννοιας είναι δύσκολο να δοθεί, αν όχι αδύνατο. Στην καθημερινή ζωή ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια του φυσικού ή του… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.